Θανατερή δίνη
γυμνό λεπίδι
του μύθου
σαν ξύπνησε ο έγκλειστος
κι άνοιξε την πέτρα κ' έμαθε
πως ο ήλιος πληθαίνει σε ξένους τόπους
γλιστρά και φεύγει στις ρεματιές
ξηλώνει της νύχτας τα καρφιά
των άστρων τους καθρέφτες
αγγίζει τις ρυτίδες αγαπημένων
καθώς βυθίζονται
στο αόρατο φως
-Ω, ασάλευτο καλοκαίρι
στο στήθος της γυναίκας
τι γυρεύεις-
ο κόσμος φλέγεται
στην αιωνιότητα της εικόνας
που κάρφωσε άξαφνα μια νύχτα
ο Αναξίμανδρος
στα στιλπνά μάτια της Καλυψώς
όταν γύρευε το μελάνι του δάσους